δογματίζω


δογματίζω
(AM δογματίζω) [δόγμα]
1. διατυπώνω ως δόγμα
νεοελλ.
αποφαίνομαι δογματικά, αποφασίζω αυθαίρετα
αρχ.
1. λέω τη γνώμη μου, προτείνω
2. αποφαίνομαι
3. εκδίδω ψήφισμα
4. το δογματιζόμενα
όσα διατυπώνονται με τη μορφή δόγματος, αξιώματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δογματίζω — lay down as an opinion pres subj act 1st sg δογματίζω lay down as an opinion pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίζω — δογματίζω, δογμάτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δογματίζω — δογμάτισα 1. διατυπώνω δόγμα. 2. διατυπώνω απόψεις με απόλυτο τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση: Όταν δογματίζεις δεν μπορείς να κάνεις διάλογο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδογματισμένα — δογματίζω lay down as an opinion perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδογματισμένᾱ , δογματίζω lay down as an opinion perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδογματισμένᾱ , δογματίζω lay down as an opinion perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίζεσθε — δογματίζω lay down as an opinion pres imperat mp 2nd pl δογματίζω lay down as an opinion pres ind mp 2nd pl δογματίζω lay down as an opinion imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίζετε — δογματίζω lay down as an opinion pres imperat act 2nd pl δογματίζω lay down as an opinion pres ind act 2nd pl δογματίζω lay down as an opinion imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίζῃ — δογματίζω lay down as an opinion pres subj mp 2nd sg δογματίζω lay down as an opinion pres ind mp 2nd sg δογματίζω lay down as an opinion pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίσει — δογματίζω lay down as an opinion aor subj act 3rd sg (epic) δογματίζω lay down as an opinion fut ind mid 2nd sg δογματίζω lay down as an opinion fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογματίσῃ — δογματίζω lay down as an opinion aor subj mid 2nd sg δογματίζω lay down as an opinion aor subj act 3rd sg δογματίζω lay down as an opinion fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδογματισμένον — δογματίζω lay down as an opinion perf part mp masc acc sg δογματίζω lay down as an opinion perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.